Τα parabens ξεκίνησαν να χρησιμοποιούνται σαν συντηρητικά φαρμακευτικών σκευασμάτων το 1920, σιγά σιγά άρχισαν να μπαίνουν και σε άλλα σκευάσματα ενώ το 1981 ο FDA (Food and Drug Administration) έκανε την πρώτη επίσημη καταγραφή και βρέθηκαν σε 13,200 προϊόντα! Το χαμηλό τους κόστος, η δραστικότητά τους απέναντι σε ένα πολύ μεγάλο αριθμό μικροοργανισμών, η χημική τους σταθερότητα σε ένα μεγάλο εύρος pH και οι αντοχές τους σε μεταβολές θερμοκρασίας έκαναν πολύ διαδεδομένη τη χρήση τους.

Τα τελευταία χρόνια η τοξικολογία των parabens αναθεωρείται συνεχώς με αποτέλεσμα να πέφτουν τα όρια για την ασφαλή χρήση τους. Πιο συγκεκριμένα στα τρόφιμα είναι 0,1%w/w για methyl- και propyl- paraben, ενώ στα φαρμακευτικά προϊόντα η µέγιστη περιεκτικότητα σε parabens σπάνια περνά το 1%w/w. Στα καλλυντικά, σύµφωνα µε την ευρωπαϊκή οδηγία 76/768/EEC, επιτρέπεται η συντήρηση των καλλυντικών προϊόντων µε MP, EP, PP και BP (είδη parabens) σε µέγιστη συνολική συγκέντρωση του χρησιμοποιούμενου συνδυασµού µέχρι και 0,8%w/w.

Τίθεται όμως ένα μεγάλο ερώτημα. Επειδή προϊόντα με parabens (τροφές, αρώματα, σαπούνια, σαμπουάν, κ.α) χρησιμοποιούμε καθημερινά με αποτέλεσμα να ξεπερνάμε μόνοι μας τα επιτρεπτά όρια, υπάρχει κίνδυνος να εισχωρούν στο δέρμα μας και τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό? Ο μεταβολισμός του δέρματος, η συνύπαρξη των parabens με άλλα συντηρητικά αλλά ακόμα και ο τρόπος παρασκευής του προϊόντος ,επηρεάζουν σημαντικά το βαθμό διείσδυσης στο δέρμα. Πειράματα που έχουν γίνει σε ζώα, έχουν δείξει ότι τα parabens εισέρχονται και εξέρχονται γρήγορα από τις μεταβολικές πορείες, με το μεγαλύτερο μέρος τους να αποβάλλεται από τα ούρα. Τα τελευταία χρόνια οι μελέτες και τα πειράματα έχουν επικεντρωθεί στον οιστρογονικό χαρακτήρα των parabens και στο κατά πόσο επηρεάζουν το ενδοκρινολογικό και το αναπαραγωγικό σύστημα. Τα οιστρογόνα είναι ένας σηµαντικός παράγοντας στον οποίο αποδίδεται η πρόκληση ανάπτυξης και αύξησης της µάζας των καρκινικών κυττάρων του µαστού. Πιο συγκεκριμένα έκθεση θηλαστικών σε butyl-parabens επηρέασε δυσµενώς την έκκριση τεστοστερόνης και τη λειτουργία του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήµατος, ενώ ανάλογες µεταγενέστερες έρευνες «ενοχοποιούν» και τα propyl-parabens για τον ίδιο λόγο. Παράλληλα το πανεπιστήμιο του Reading δημοσίευσε μελέτη που αναφέρει την ύπαρξη έως 5 διαφορετικών parabens σε όγκους ανθρώπινου στήθους, προκαλώντας περαιτέρω ανησυχία στο καταναλωτικό κοινό αλλά και στην επιστημονική κοινότητα.

Η αλήθεια είναι πως μέχρι τώρα δεν έχουμε αποκτήσει την κατάλληλη βάση δεδομένων για την συνολική επίδρασή των parabens σε ανθρώπους. Έχοντας όμως αποκτήσει μία πρώτη ιδέα για την επικινδυνότητα των συγκεκριμένων συντηρητικών, και λόγω της μεταστροφής του κοινού σε πιο «φυσικά» προϊόντα, οι εταιρείες αντικαθιστούν τα parabens με αρωματικές αλκοόλες, γλυκόλες, παράγωγα οργανικών οξέων ή άλατα αυτών και πλήθος άλλων μη καταχωρημένων ως συντηρητικών ενώσεων ή μιγμάτων, που η εργαστηριακή τους μελέτη έχει αποδείξει αποτελεσματικότητα ως μέσων συντήρησης στα καλλυντικά. Οι ιδιαίτερες απαιτήσεις τους, η αποτελεσματικότητα και τελικώς η ασφάλεια του τελικού χρήστη-καταναλωτή, είναι το ιδιαίτερο σημείο που κάθε εταιρεία δίνει την αντίστοιχη έμφαση προς επίτευξη του τελικού επιθυμητού αποτελέσματος.